ἱκέτης

ἱκέτ-ης, ου, , ([etym.] ἱκνέομαι)
A one who comes to seek aid or protection, suppliant; freq. in Hom. of one who comes to seek for purification after homicide, ἀνὴρ ἱ. Il. 24.158, cf. Od.9.270,al.: later generally,

ἱκέται ἱζόμενοι τοῦ θεοῦ Hdt.2.113

, cf. 5.71;

ἱ. σέθεν ἔρχομαι Pi.O.5.19

, cf. S.OC634, Th.1.136;

ἱ. πατρῴων τάφων Id.3.59

;

δέξασθαι ἱκέτην A.Supp.27

(anap.); of pilgrims to a healing shrine,

ἐγκεκοιμις μένων τῶν ἱκετᾶν IG4.951.90

(Epid.);

ὑβρίζειν . . εἰς ἱκέτας Phld.Ir.p.35

W.:—wrongly expld.as protector of suppliants by some Gramm. in Od.16.422.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ικέτης — ικέτης, ο και ικέτιδα, η 1. αυτός που ικετεύει: Πέφτω ικέτης στα πόδια σου. 2. εκείνος που, κατά την αρχαιότητα, κατέφευγε σε ναό και ζητούσε προστασία: Τους ικέτες τούς προστάτευεο Δίας. – «Ικέτιδες» (τραγωδία του Αισχύλου) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ἱκέτης — masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκέτης — one who comes to seek aid masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ικέτης — ο, θηλ. ικέτιδα και ικέτις (ΑΜ ἱκέτης, θηλ. ἱκέτις, ιδος) αυτός που κατάφεύγει σε κάποιον και ζητά βοήθεια και προστασία νεοελλ. αυτός που παρακαλεί θερμά κάποιον, αυτός που εκλιπαρεί αρχ. αυτός που παρακαλεί να εξαγνιστεί από κάποιο φόνο τον… …   Dictionary of Greek

  • ικέτης — [икетис] ουσ. а. проситель …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἱκέται — ἱκέτης one who comes to seek aid masc nom/voc pl ἱκέτᾱͅ , ἱκέτης one who comes to seek aid masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἱκετᾶν — Ἱκέτης masc gen pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετᾶν — ἱκέτης one who comes to seek aid masc gen pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετῆρες — ἱκέτης one who comes to seek aid masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἱκετέων — Ἱκέτης masc gen pl (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετέων — ἱκέτης one who comes to seek aid masc gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.